Eίναι ο Φίλος σου, ο Σύντροφός Σου, ο Προστάτης σου, το Σκυλί σου.Είσαι η Ζωή του, η Αγάπη του, ο Αρχηγός του.
Germanikos poimenikos. Από το Blogger.
Ο σκύλος μου είναι barfer και τρώει...
100% φυσική τροφή από φρέσκιες πρώτες ύλες σχετιζόμενες
απόλυτα με τη διατροφική του φύση, όλα τα υλικά μας
έχουν μόνο να προσφέρουν και καλύπτουν απόλυτα τις
ανάγκες του οργανισμού του, από την πρώτη μέρα που θα
απογαλακτιστεί, μέχρι τα βαθιά του γεράματα...

Πως θα προστατεύσετε τον σκύλο σας από την Λεϊσμανίαση (Καλαζάρ); Α ΜΕΡΟΣ

Τι είναι η Λεϊσμανίαση; Πότε τα σκυλιά μας κινδυνεύουν από Καλαζάρ; Ποιες ράτσες σκύλων είναι ανθεκτικότερες; Από τις μεταδίδεται η ασθένεια; Υπάρχει θεραπεία; Γιατί είναι θανατηφόρα; Πόσο βοηθάει η πρόληψη; Τι πρέπει να κάνουμε εάν το σκυλί μας βρεθεί θετικό; Οι άνθρωποι κινδυνεύουν; Είναι κάποια από τα πολλά ερωτήματα που απασχολούν όλους τους ιδιοκτήτες σκύλων. Διαβάστε το κείμενο που ακολουθεί και θα βρείτε απαντήσεις σε όλες τις απορίες σας...
Επιδημιολογικά στοιχεία
Η Λεϊσμανίαση είναι μια νόσος που προκαλείται από το πρωτόζωο του γένους Leishmania. Το παράσιτο έχει λάβει το όνομα του από τον Σκωτσέζο παθολόγο William Boog Leishman το 1903, ο οποίος δύο χρόνια πριν ανακάλυψε τους μικροοργανισμούς σε επιχρίσματα σπλήνα σε ασθενείς από την Ινδία. Η νόσος προσβάλλει τα άγρια τρωκτικά, τα άγρια και οικόσιτα σαρκοφάγα ζώα και τον άνθρωπο (ζωονόσος), ενώ σε ενδημικές περιοχές έχουν αναφερθεί κρούσματα και σε άλλα είδη όπως πχ τα ιπποειδή. Η νόσος έχει παγκόσμια εξάπλωση. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας αναφέρει κρούσματα σε 88 χώρες και τέσσερεις ηπείρους, η νόσος όμως είναι ενδημική σε τροπικές και υπο-τροπικές περιοχές, μεταξύ των οποίων σημαντική θέση κατέχει και η λεκάνη της Mεσογείου. Το γένος Leishmania περιλαμβάνει περισσότερα από 30 είδη, τα περισσότερα από τα οποία μπορούν να μολύνουν τα κυνοειδή. Στην Ελλάδα, το είδος που μας αφορά είναι η Leishmania donovani.
Πως γίνεται η μετάδοση της νόσου;
Το παράσιτο δεν μπορεί να επιβιώσει ελεύθερο στην φύση. Η νόσος μεταδίδεται μέσω ζώων φορέων και απαιτεί έναν ενδιάμεσο ξενιστή (σε σπάνιες περιπτώσεις έχει προταθεί, χωρίς να έχει αποδειχτεί, άμεση μετάδοση από ένα μολυσμένο σκύλο σε άλλο). Στην λεκάνη της Μεσογείου ο ενδιάμεσος αυτός ξενιστής είναι οι θηλυκές σκνίπες του γένους Phlebotomus. Τα θηλυκά έντομα, απομυζούν αίμα συνήθως από τα άτριχα σημεία του σώματος των σκύλων φορέων (πτερύγια αυτιών, μύτη, κοιλιά, βουβώνες) και με το γεύμα μολύνονται από αμαστιγωτές μορφές του πρωτόζωου. Αυτές αποικίζουν το πρόσθιο τμήμα του εντέρου τους, όπου και αναπτύσσονται σε μολυσματικές προμαστιγωτές μορφές. Σε ένα από τα επόμενα γεύματα, αυτές μολύνουν ένα υγιές ζώο μέσω της προβοσκίδας του εντόμου. Σε παλαιότερες επιδημιολογικές μελέτες που έχουν γίνει στην Ελλάδα, το ποσοστό των φορέων της νόσου στο σύνολο του γενικού πληθυσμού των σκύλων υπολογίζεται περίπου στο 22,4% για την περιοχή της Αθήνας και 24,4% για την βόρεια Ελλάδα.
Κλινική εκδήλωση:
Κλινική νόσο δεν θα εμφανίσουν όλα τα ζώα που θα μολυνθούν από το πρωτόζωο, καθώς η ανοσολογική ανταπόκριση του οργανισμού από ζώο σε ζώο ποικίλει. Ένα σημαντικό ποσοστό των ζώων θα αναπτύξει ισχυρή κυτταρική ανοσία και θα εξουδετερώσει το πρωτόζωο (σπάνια) ή θα παραμείνει ασυμπτωματικός φορέας (συχνότερα) για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ένα επίσης σημαντικό ποσοστό των μολυσμένων ζώων θα αναπτύξει μη προστατευτική χημική ανοσία (αντισώματα) και θα εμφανίσει κλινική νόσο. Ακόμη όμως και στους ασυμπτωματικούς χρόνιους φορείς, μια σοβαρή ασθένεια ή άλλα στρεσογόνα αίτια μπορεί να μειώσουν την άμυνα και να διαταράξουν την ισορροπία του οργανισμού με αποτέλεσμα την εκδήλωση της ασθένειας. Στην κλινική πράξη δεν υπάρχουν διαγνωστικά τεστ με τα οποία μπορούμε να προκαθορίζουμε ποιον από τους δύο τύπους ανοσολογικής αντίδρασης θα αναπτύξει ένα ζώο μετά τη μόλυνση και κατά συνέπεια να προβλέψουμε την πορεία της νόσου (ασυμπτωματικός φορές ή κλινική νόσος). Η επιδημιολογική έρευνα προσφέρει γενικές κατευθυντήριες πληροφορίες. Με βάση τα έως τώρα στοιχεία, η νόσος εμφανίζεται συχνότερα σε ζώα μικρότερα των 3 ετών και μεγαλύτερα των 8 ετών. Επίσης. ορισμένες φυλές παρουσιάζουν μεγαλύτερη ευαισθησία (όπως πχ. τα Cocker spaniel, Boxer, Rottweiler, German shepherd) ενώ άλλες σημαντική ανθεκτικότητα (Ibizian hound). Τέλος, παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν την εξέλιξη είναι η οδός της μόλυνσης, το πρωτοζωικό φορτίο, η γενική φυσική κατάσταση του ζώου και άλλα.
Δύο είναι οι κύριες κλινικές μορφές της νόσου στον σκύλο: η εντοπισμένη, Δερματική/Βλεννογονοδερματική Λεϊσμανίαση και η γενικευμένη, διάχυτη, Σπλαχνική Λεϊσμανίαση (ή αλλιώς γνωστή ως Kala azar).
Η δερματική/βλεννογονοδερματική Λεϊσμανίασηεμφανίζεται με μικρότερη συχνότητα στα κυνοειδή, συνήθως με τη μορφή ενός ή πολλαπλών μικρών οζιδίων ή ελκών στο δέρμα ή στους βλεννογόνους με συνηθέστερη εντόπιση την κεφαλή (εικόνα 1). Αλλοιώσεις μπορεί όμως να εντοπιστούν σε πολλά σημεία του σώματος, ακόμη και μέσα στην στοματική κοιλότητα. Οι αλλοιώσεις μπορεί να υποχωρήσουν μετά την πάροδο μηνών αφήνοντας μια ουλή ή η νόσος να εξελιχθεί στην γενικευμένη, σπλαχνική μορφή.
Η πιο συχνή κλινική εκδήλωση είναι η γενικευμένη μορφή της νόσου, η Σπλαχνική Λεϊσμανίαση. Η μορφή αυτή είναι χρόνια, προοδευτική σε εξέλιξη και θανατηφόρος, εάν δεν χορηγηθεί κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή. Εδώ, η κλινική συμπτωματολογία είναι προοδευτική και ποικίλλει από ασθενή σε ασθενή. Τα κυριότερα όργανα που επηρεάζονται άμεσα ή έμμεσα είναι το δέρμα και οι νεφροί, η νόσος όμως μπορεί να προσβάλλει οποιοδήποτε βιολογικό ιστό όπως τις αρθρώσεις, το ήπαρ, τους οφθαλμούς, το γαστρεντερικό σύστημα, τους μύες, το καρδιαγγειακό σύστημα κτλ. Σημαντικό επίσης ρόλο στην κλινική εκδήλωση και κατά συνέπεια συμπτωματολογία παίζει και η πολυμορφία της ανοσολογικής αντίδρασης του κάθε ζώου.
Θα πρέπει να τονιστεί, όπως προαναφέρθηκε, ότι η νόσος εμφανίζει χρόνια και προοδευτική εξέλιξη και δεν παρατηρείται οξύ στάδιο της νόσου όταν μολύνεται ένα ζώο για πρώτη φορά. Τα κλινικά συμπτώματα, που εμφανίζονται μετά από μακρά περίοδο επώασης της νόσου, τις περισσότερες φορές είναι μη ειδικά και ο ιδιοκτήτης συνήθως παραπονιέται ότι το ζώο του «δεν είναι καλά». Συχνότερα παρατηρούνται:
- Προοδευτική απώλεια βάρους
- Μειωμένη όρεξη ή ανορεξία
- Μειωμένη αντοχή στην άσκηση
- Δερματικά συμπτώματα
- Διογκωμένοι περιφερικοί λεμφαδένες
Ειδικά τα δερματικά συμπτώματα είναι πολύ σημαντικά καθώς αποτελούν την πιο κοινή κλινική εκδήλωση της νόσου, εύκολα μπορούν να γίνουν αντιληπτά από τον ιδιοκτήτη και σε συνδυασμό με την πιθανή γενικότερη μειωμένη διάθεση του ασθενή να τον οδηγήσουν ώστε να αναζητήσει συντομότερα ιατρική συμβουλή για το ζώο του. Αυτά ποικίλουν, με πιο συχνή την αποφολιδωτική δερματίτιδα (απλουστεύοντας αναφέρουμε ότι μοιάζει με πιτυρίδα) (εικόνα 2) με ή χωρίς αλωπεκία (αραίωση ή απώλεια τριχώματος), ειδικότερα στο πρόσωπο, γύρω από τα μάτια και τα πτερύγια των αυτιών. Μπορεί επίσης να παρατηρηθούν έλκη («πληγές») συνήθως στις προεξοχές οστών (εικόνα 3), ένα ή πολλαπλά δερματικά οζίδια, υπερκεράτωση (σκλήρυνση, πάχυνση και διάβρωση) των πελμάτων, μεγάλα και κυρτά νύχια κτλ.
Σε πιο προχωρημένα περιστατικά μπορεί να παρατηρηθούν συμπτώματα που σχετίζονται με παθολογία άλλων οργάνων και συστημάτων, όπως πχ. πολυουρία, πολυδιψία και ασκίτης (βλάβη νεφρών), επίσταξη (αιμορραγία από τα ρουθούνια λόγω αγγειίτιδας, συνδρόμου υψηλού ιξώδους του αίματος κτλ.), χωλότητα (πολυαρθρίτιδα), βλεφαρίτιδα, κερατοεπιπεφυκίτιδα, ύφαιμα (αιμορραγία στον πρόσθιο θάλαμο του ματιού λόγω υπέρτασης κα.) (εικόνα 4), εμετοί και διάρροιες (ηπατοπάθεια, παθολογία γαστρεντερικού συστήματος), ατροφία μυών κυρίως των κροτάφων (μυοσίτιδα) κα. Στα τελικά στάδια ο οργανισμός εξασθενεί, τα ζώα εμφανίζουν καχεξία και απίσχναση και ο θάνατος επέρχεται συνήθως από νεφρική ανεπάρκεια ή άλλες δευτερογενείς επιπλοκές.

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ